ἀνασκευάσει


ἀνασκευάσει
ἀνασκευάζω
pack up the baggage
aor subj act 3rd sg (epic)
ἀνασκευάζω
pack up the baggage
fut ind mid 2nd sg
ἀνασκευάζω
pack up the baggage
fut ind act 3rd sg
ἀνασκευάζω
pack up the baggage
aor subj act 3rd sg (epic)
ἀνασκευάζω
pack up the baggage
fut ind mid 2nd sg
ἀνασκευάζω
pack up the baggage
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • είρωνας — ο και είρων, ο, η (AM εἴρων) αυτός που προσποιείται ότι πιστεύει κάτι με απώτερο σκοπό να τό ανασκευάσει, κοροϊδεύει με λεπτότητα νεοελλ. αυτός που μιλά ή γράφει με περιπαιχτική διάθεση, κοροϊδεύει τα ελαττώματα ή τις αδυναμίες τών άλλων αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • ευδιάσειστος — εὐδιάσειστος, ον (ΑΜ) 1. αυτός που σείεται εύκολα («διὰ τὸ φύλλον εὐδιάσειστον εἶναι παντὶ ἀνέμῳ», Ε. Μ.) 2. αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να ανασκευάσει, να αναιρέσει εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + διάσειστος (< διασείω)] …   Dictionary of Greek

  • Γκαροντί, Ροζέ — (Roger Garaudy, Μασσαλία 1913 –). Γάλλος φιλόσοφος, λογοτέχνης και πολιτικός. Δίδαξε φιλοσοφία σε διάφορα γαλλικά πανεπιστήμια. Συμμετείχε στην Αντίσταση και εντάχθηκε στο Κομουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (ΚΚΓ), του οποίου υπήρξε βουλευτής (1945 58)… …   Dictionary of Greek

  • Κέλσος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Κ. Αύλος Κορνήλιος (1ος αι. μ.Χ.). Ρωμαίος γιατρός και συγγραφέας. Είναι πιθανό ότι έκανε χειρουργικές επεμβάσεις, υπόθεση που ενισχύεται από τις περιγραφές που κάνει στα βιβλία του για εγχειρήσεις και εργαλεία με… …   Dictionary of Greek

  • Μιχαήλ — I (εβρ. Μικαέλ = τις ως ο Θεός;). Όνομα με το οποίο αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη ο άγγελος φύλακας του Ισραήλ. Αναφέρεται επίσης στην Καινή Διαθήκη και στα απόκρυφα κείμενα. Η λατρεία του στη χριστιανική Εκκλησία (Αρχάγγελος Μιχαήλ) είναι… …   Dictionary of Greek